Now playing: Φόρτωση ...


Για να ακούσετε τον σταθμό πατήστε πάνω στο λογότυπο του Stage Radio ή στην κίτρινη κασέτα δίπλα

Εναλλακτικά επιλέξτε τον player που θέλετε για να ακούσετε τον Stage Radio: Winamp, iTunes Windows Media Player Real Player QuickTime
Πνεύμα Θεατρικό

 

Η Σοφία Φιλιππίδου σκηνοθετεί στο Από Μηχανής Θέατρο μια έξοχη νουβέλα του Χέρμαν Μέλβιλ (προσέξτε τα νούμερα: 1819-91), που ο συγγραφέας έγραψε λίγα χρόνια μετά το Μόμπι Ντικ (1851).

Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς

Ο πατέρας του Herman Melville, χρεοκόπησε και πέθανε, ενώ ο Μέλβιλ αφού μεγάλωσε δούλεψε ως γραφιάς, δάσκαλος, αλλά και ναύτης σε φαλαινοθηρικό! Το τελευταίο επάγγελμά του, του έδωσε τροφή για άλλα τέσσερα βιβλία, εκτός του “Moby Dick”, (“Typee”,“Omoo»,“White-jacket”,“Benito Cereno”) και το πρώτο για το έργο για το οποίο μιλάμε. Παντρεύτηκε την κόρη του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης. Το 1920 ανανεώθηκε το ενδιαφέρον το κοινού για τα έργα του Μέλβιλ ενώ σήμερα αναγνωρίζεται, πλέον, ως ένας από τους πιο διάσημους Αμερικανούς συγγραφείς και το βιβλίο του "Μόμπυ Ντικ" θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα του κόσμου.
Το “Μπάρτλεμπυ ο Γραφιάς” (1853) που είχε κάνει το κοινό του να σαστίσει όταν το είχε πρωτοσυναντήσει, θεωρείται αριστούργημα. Έχει μεταφερθεί τουλάχιστον τέσσερις φορές στον κινηματογράφο, αλλά και στο θέατρο, ενώ έχει συντεθεί, πάνω σε αυτό, και μονόπρακτη όπερα (1961) σε λιμπρέτο του Έντουαρντ Άλμπι. Να σημειώσω ότι με αυτή την νουβέλα ξεκινά το παράλογο.
Η Ιστορία: ο Μπάρτλεμπυ προσλαμβάνεται σε ένα δικηγορικό γραφείο στη Γουόλ Στριτ γύρω στο 1850. Είναι ένα περίεργο πλάσμα, σχεδόν άφυλος, ήρεμος, χλωμός, εργατικός, φτωχός, αμίλητος, γράφει όλη μέρα και τρελαίνει τους πάντες! Γιατί; Εφόσον προσελήφθη ως αντιγραφέας (η γραφομηχανή κυκλοφορεί το 1873) αρνείται να κάνει οτιδήποτε άλλο, παρότι αντιγράφει στον μισό χρόνο από τον ρυθμό από των συναδέλφων του… Κάνει μια παθητική επανάσταση κι αρνείται πεισματικά να παρεκκλίνει, ακόμα κι όταν το αφεντικό του πέφτει στα πόδια του! Στη φυλακή όπου θα τον οδηγήσουν -μια και αρνείται αν εγκαταλείψει το γραφείο, το οποίο έχει κάνει σπίτι του- θα αρνηθεί και το φαγητό με αποτέλεσμα να πεθάνει. Έχει δηλώσει «ανυπακοή»...
Ελάχιστα χρόνια πριν τη νουβέλα, το 1849, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, με αφορμή τον αποικιοκρατικό πόλεμο των Η.Π.Α. ενάντια στο Μεξικό -αποτέλεσμα του οποίου υπήρξε η προσάρτηση του Τέξας, της Καλιφόρνια και του Νέου Μεξικού- γράφει το περίφημο δοκίμιό του: «Πολιτική ανυπακοή». Ο Θορό αρνείται να στηρίξει μια άδικη κυβέρνηση που διεξάγει έναν άδικο πόλεμο. Έτσι, επινοεί την έκφραση «πολιτική ανυπακοή» για να εισηγηθεί την τακτική της ατομικής και συλλογικής αντίστασης στις αδικίες που διαπράττει η εξουσία. Επιχείρησε να συνδυάσει τη θεωρία και την πρακτική της πολιτικής ανυπακοής με μια φιλοσοφία που απέρριπτε την πολιτική βία. Η πράξη που έκανε ο ίδιος ήταν απλή και στοιχειώδης, αλλά διέθετε μεγάλη συμβολική δύναμη: αρνήθηκε να πληρώσει φόρο σε μια κυβέρνηση που παραβίαζε τους πιο θεμελιώδεις κανόνες της ηθικής και του δικαίου. Ο Θορό οδηγήθηκε στη φυλακή, στο «μόνο κτίριο σε ένα κράτος σκλάβων, όπου μπορεί να κατοικήσει ένας ελεύθερος άνθρωπος διατηρώντας την αξιοπρέπειά του». Ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ υιοθέτησαν την τακτική της πολιτικής ανυπακοής.

Η παράσταση ξεκινάει με προβολές κλόουν των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αλλά ο θεατής αργεί πολύ να καταλάβει που “κολλάνε”. Ο δικηγόρος με τους τρεις νεαρούς γραφιάδες του μπαίνουν στο γραφείο με πρόσωπα βαμμένα σαν μαριονέττες ή κλόουν. Η σκηνοθετική γραμμή για την υποκριτική της πρώτης σκηνής θέλει να υπονοήσει ότι είναι όλοι πιόνια, αλλά δεν το καταφέρνει, απλά αναρωτιέσαι γιατί παίζουν τόσο κακά! Όταν προσλαμβάνεται ο Μπάρτλεμπυ, η υποκριτική γίνεται ρεαλιστική σχεδόν από τους άλλους, όχι, όμως, και από τον Μπάρτλεμπυ, τον οποίο υποδύεται η ίδια η σκηνοθέτις. Εδώ να αναφέρω ότι η Σοφία Φιλιππίδου κατάφερε, πραγματικά, να ενσαρκώσει έναν άφυλο ήρωα. Ήταν τόσο κοντά στο μορφή ισχνού άνδρα, χωρίς να χρειάζεται βοήθεια από περούκες και μουστάκια!
Ο ήρωάς της προτιμάει συνέχεια “να μην” και τρελαίνει τους πάντες! Οι άλλοι τρεις υπάλληλοι συμβόλιζαν τα πειθήνιοι όργανα και συχνά η κινησιολογία τους ήταν χαριτωμένα ρομποτική ή χαρούμενα κλοουνίστικη. Μάλιστα το ψευδώνυμα τους (Διάνος, Πιπέρης και Τσιμπίδας) παραπέμπουν σε τύπους, ή ακόμα και στους χαζούς ηθοποιούς του Σαιξπηρικού “Όνειρο θερινής νυκτός” Ο μικρότερος, όμως, στην τελευταία του σκηνή φαίνεται ότι θα ξεφύγει και θα γίνει συγγραφέας· πολύ καλός, ο νεαρός Ορέστης Μαυρόπουλος. Ο Σήφης Πολυζωίδης δεν με ενθουσίασε.
Εκείνος που δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, είναι ο γνωστός και πολύ καλός Κώστας Καζανάς. Από αυστηρός, αλλά συνεργάσιμος, δικηγόρος μετατρέπεται σε ευαίσθητο άνθρωπο αλλά, συγχρόνως, τρελαμένο με την συμπεριφορά του νεοφερμένου, σε σημείο -μια και απολυμένος Μπάρτλεμπυ αρνείται να εγκαταλείψει το γραφείο- να αναγκαστεί να μετακομίσει αυτός όλη την επιχείρηση!
Ο Μπάρτλεμπυ είναι ένα αινιγματικό πρόσωπο και παρέμεινε σε όλη την διάρκεια της παράστασης που παρακολούθησα. Δεν καταλαβαίνεις γιατί ανέβασε η σκηνοθέτις αυτό το έργο έτσι, χωρίς σκηνοθετική πρόταση, χωρίς να διαφωτίζει γιατί ενεργεί ο ήρωάς της κατ΄αυτόν τον τρόπο, τί θέλει να πει και αυτή και το κείμενο... Αν και η ίδια η Φιλιππίδου λέει: «Στην ελληνική πραγματικότητα δεν κατοικεί ο σουρεαλισμός (ένα κίνημα, που αγαπάει την ελευθερία του ατόμου και το ήθος της ελευθερίας, τη φαντασία και τις κρυμμένες υποσυνείδητες δυνάμεις που απογειώνουν τη σκέψη,), αλλά μια παθογένεια, μια εμμονή στις παλιές συνήθειες και νοοτροπίες που βολεύουν μερικούς, μια διαστροφική τρέλα καθόλου δημιουργική, που αντιστέκεται στο καινούργιο, στο υγιές». Δεν ξέρω πως κατάφερε να εντάξει την Ελληνική πραγματικότητα στην παράσταση ή να την σχολιάσει... Εγώ δεν το είδα.
Ο Μπαρτλεμπυ φυτοζωεί, αρχικά δουλεύει, μετά όχι, δεν ξοδεύει σχεδόν τίποτα, τα υπάρχοντά του χωράνε σε ένα κουτί και όταν δεν δουλεύει αγναντεύει από το παράθυρο τον απέναντι τοίχο! Αλλά, εμμένει, κάθε φορά, σε αυτό που αποφασίζει.
Μια παράσταση που, ενώ δεν ήταν κακή, σε κούραζε ο αργός ρυθμός της. Για την ακρίβειά: ενώ οι ρυθμοί της ήταν, ας πούμε ρεαλιστικοί, δεν σε κράταγε, δεν πήγαινε αυτό σε ένα  έργο, σχεδόν, παραλόγου κι έτσι και τα 100’ σου φαίνονταν ατελείωτα. Δεν ξέρω αν, επίσης, με ενόχλησε το κείμενο ή η μη μεταδοτικότητα της παράστασης, αλλά νομίζω ότι υπό μια πιο σουρεαλιστική και σωματική σκηνοθεσία, μπορεί να απογειωνόταν και να προκαλούσε και γέλιο….
Ο σκηνικός χώρος ήταν μετριότατος (Νίκος Αναγνωστόπουλος). Η πάνω σκηνή του «Απομηχανής», από τότε που γύρισε στο πλάι, έχει γίνει πολύ άχαρη και η παράσταση απλώνεται τόσο σε μήκος που δεν την ευχαριστιέσαι, αν δεν έχεις το προνόμιο να κάθεσαι κέντρο! Τα μοντέρνα μίνιμαλ γραφεία δεν ενοχλούσαν, αλλά δεν ήταν όμορφα, ενώ τα τρία παραβάν είχαν ελάχιστη χρήση και ήταν σχεδόν κιτς, για την ακρίβεια, θα μπορούσαν να λείπουν! Ωστόσο, τα κουστούμια ήταν ωραία, παρέπεμπαν στο 1950 (το έργο αναφερόταν στο 1850) και κυριαρχούσε το μαύρο, το γκρι και το κόκκινο.

Για μία εβδομάδα ακόμα (Δευτ+Τρ+Τετ)
Στο “Από Μηχανής Θέατρο” (Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, πλατεία Αυδή)

Δημοσιεύτηκε στις: 22/02/2014








Usefull staff






Τυχαία εικόνα












Musikhaus Thomann Linkpartner


Stage Radio 2017 / Βασισμένο στο Guru CMS